Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μύθος

/ˈmi.θos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φανταστική διήγηση για κατορθώματα ηρώων Βικιλεξικό
  2. παραδοσιακή λαϊκή φανταστική διήγηση με ήρωες συνήθως ζώα και διδακτικό περιεχόμενο Βικιλεξικό
  3. που έχει αποκτήσει διαστάσεις θρύλου Βικιλεξικό
  4. η υπόθεση ενός αφηγηματικού έργου Βικιλεξικό
    • «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

μύθος < αρχαία ελληνική μῦθος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμύθοςμύθοι
Γενικήμύθουμύθων
Αιτιατικήμύθομύθους
Κλητικήμύθεμύθοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →