ξεθαμπώνω
•
- ξεκαθαρίζω, κάνω κάτι διαυγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεθαμπώνω < ξε- + θαμπώνω < μεσαιωνική ελληνική θαμπώνω < (ελληνιστική κοινή) θαμβόω/θαμβῶ < αρχαία ελληνική θαμβέω/θαμβῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθαμπώνω | ξεθαμπώνεις | ξεθαμπώνει | ξεθαμπώνουμε | ξεθαμπώνετε | ξεθαμπώνουν / ξεθαμπώνουνε |
| Παρατατικός | ξεθάμπωνα | ξεθάμπωνες | ξεθάμπωνε | ξεθαμπώναμε | ξεθαμπώνατε | ξεθάμπωναν / ξεθαμπώναν / ξεθαμπώνανε |
| Αόριστος | ξεθάμπωσα | ξεθάμπωσες | ξεθάμπωσε | ξεθαμπώσαμε | ξεθαμπώσατε | ξεθάμπωσαν / ξεθαμπώσαν / ξεθαμπώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεθαμπώνω / θα ξεθαμπώσω | θα ξεθαμπώνεις / θα ξεθαμπώσεις | θα ξεθαμπώνει / θα ξεθαμπώσει | θα ξεθαμπώνουμε / θα ξεθαμπώσουμε | θα ξεθαμπώνετε / θα ξεθαμπώσετε | θα ξεθαμπώνουν / θα ξεθαμπώνουνε / θα ξεθαμπώσουν / θα ξεθαμπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθαμπώσει | έχεις ξεθαμπώσει | έχει ξεθαμπώσει | έχουμε ξεθαμπώσει | έχετε ξεθαμπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθαμπώσει | είχες ξεθαμπώσει | είχε ξεθαμπώσει | είχαμε ξεθαμπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθαμπώσει / να ξεθαμπώνω / να ξεθαμπώσω | να έχεις ξεθαμπώσει / να ξεθαμπώνεις / να ξεθαμπώσεις | να έχει ξεθαμπώσει / να ξεθαμπώνει / να ξεθαμπώσει | να έχουμε ξεθαμπώσει / να ξεθαμπώνουμε / να ξεθαμπώσουμε | να έχετε ξεθαμπώσει / να ξεθαμπώνετε / να ξεθαμπώσετε | να ξεθαμπώνουν / να ξεθαμπώνουνε / να ξεθαμπώσουν / να ξεθαμπώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεθάμπωνε / ξεθάμπωσε | — | — | ξεθαμπώνετε / ξεθαμπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →