Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεθολώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόξεκαθαρίζω, κάνω κάτι διαυγές Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοαποκτώ πάλι τη διαύγειά μου Βικιλεξικό
    • το νερό ξεθόλωσε
  3. αμετάβατοαποκτώ πάλι την πνευματική μου διαύγεια μου Βικιλεξικό
    • πιες έναν καφέ να ξεθολώσεις

Ετυμολογία

ξεθολώνω < ξε- + θολώνω < θολός + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεθολώνωξεθολώνειςξεθολώνειξεθολώνουμεξεθολώνετεξεθολώνουν / ξεθολώνουνε
Παρατατικόςξεθόλωναξεθόλωνεςξεθόλωνεξεθολώναμεξεθολώνατεξεθολώναν / ξεθολώνανε / ξεθόλωναν
Αόριστοςξεθόλωσαξεθόλωσεςξεθόλωσεξεθολώσαμεξεθολώσατεξεθολώσαν / ξεθολώσανε / ξεθόλωσαν
Μέλλονταςθα ξεθολώνω / θα ξεθολώσωθα ξεθολώνεις / θα ξεθολώσειςθα ξεθολώνει / θα ξεθολώσειθα ξεθολώνουμε / θα ξεθολώσουμεθα ξεθολώνετε / θα ξεθολώσετεθα ξεθολώνουν / θα ξεθολώνουνε / θα ξεθολώσουν / θα ξεθολώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεθολώσειέχεις ξεθολώσειέχει ξεθολώσειέχουμε ξεθολώσειέχετε ξεθολώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεθολώσειείχες ξεθολώσειείχε ξεθολώσειείχαμε ξεθολώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεθολώσει / να ξεθολώνω / να ξεθολώσωνα έχεις ξεθολώσει / να ξεθολώνεις / να ξεθολώσειςνα έχει ξεθολώσει / να ξεθολώνει / να ξεθολώσεινα έχουμε ξεθολώσει / να ξεθολώνουμε / να ξεθολώσουμενα έχετε ξεθολώσει / να ξεθολώνετε / να ξεθολώσετενα ξεθολώνουν / να ξεθολώνουνε / να ξεθολώσουν / να ξεθολώσουνε
Προστακτική—ξεθόλωνε / ξεθόλωσε——ξεθολώνετε / ξεθολώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →