ξεθολώνω
•
- μεταβατικόξεκαθαρίζω, κάνω κάτι διαυγές Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποκτώ πάλι τη διαύγειά μου Βικιλεξικό
- το νερό ξεθόλωσε
- αμετάβατοαποκτώ πάλι την πνευματική μου διαύγεια μου Βικιλεξικό
- πιες έναν καφέ να ξεθολώσεις
Ετυμολογία
ξεθολώνω < ξε- + θολώνω < θολός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθολώνω | ξεθολώνεις | ξεθολώνει | ξεθολώνουμε | ξεθολώνετε | ξεθολώνουν / ξεθολώνουνε |
| Παρατατικός | ξεθόλωνα | ξεθόλωνες | ξεθόλωνε | ξεθολώναμε | ξεθολώνατε | ξεθολώναν / ξεθολώνανε / ξεθόλωναν |
| Αόριστος | ξεθόλωσα | ξεθόλωσες | ξεθόλωσε | ξεθολώσαμε | ξεθολώσατε | ξεθολώσαν / ξεθολώσανε / ξεθόλωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεθολώνω / θα ξεθολώσω | θα ξεθολώνεις / θα ξεθολώσεις | θα ξεθολώνει / θα ξεθολώσει | θα ξεθολώνουμε / θα ξεθολώσουμε | θα ξεθολώνετε / θα ξεθολώσετε | θα ξεθολώνουν / θα ξεθολώνουνε / θα ξεθολώσουν / θα ξεθολώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθολώσει | έχεις ξεθολώσει | έχει ξεθολώσει | έχουμε ξεθολώσει | έχετε ξεθολώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθολώσει | είχες ξεθολώσει | είχε ξεθολώσει | είχαμε ξεθολώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθολώσει / να ξεθολώνω / να ξεθολώσω | να έχεις ξεθολώσει / να ξεθολώνεις / να ξεθολώσεις | να έχει ξεθολώσει / να ξεθολώνει / να ξεθολώσει | να έχουμε ξεθολώσει / να ξεθολώνουμε / να ξεθολώσουμε | να έχετε ξεθολώσει / να ξεθολώνετε / να ξεθολώσετε | να ξεθολώνουν / να ξεθολώνουνε / να ξεθολώσουν / να ξεθολώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεθόλωνε / ξεθόλωσε | — | — | ξεθολώνετε / ξεθολώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →