συνδικαλίζω
•
- συνήθωςγίνομαι μέλος σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό
- συνήθωςασχολούμαι με τον συνδικαλισμό Βικιλεξικό
- σπάνιος ενεργητικός τύποςασχολούμαι με τον συνδικαλισμό συμμετέχοντας σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό
- σπάνιος ενεργητικός τύποςοργανώνω εργαζομένους ώστε να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδικαλίζω < (οπτικό δάνειο) γαλλική syndical(iser) + -ίζω ή ως αποθετικό < se syndicaliser (συνδικαλίζομαι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνδικαλίζω | συνδικαλίζεις | συνδικαλίζει | συνδικαλίζουμε | συνδικαλίζετε | συνδικαλίζουν / συνδικαλίζουνε |
| Παρατατικός | συνδικάλιζα | συνδικάλιζες | συνδικάλιζε | συνδικαλίζαμε | συνδικαλίζατε | συνδικάλιζαν / συνδικαλίζαν / συνδικαλίζανε |
| Αόριστος | συνδικάλισα | συνδικάλισες | συνδικάλισε | συνδικαλίσαμε | συνδικαλίσατε | συνδικάλισαν / συνδικαλίσαν / συνδικαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα συνδικαλίζω / θα συνδικαλίσω | θα συνδικαλίζεις / θα συνδικαλίσεις | θα συνδικαλίζει / θα συνδικαλίσει | θα συνδικαλίζουμε / θα συνδικαλίσουμε | θα συνδικαλίζετε / θα συνδικαλίσετε | θα συνδικαλίζουν / θα συνδικαλίζουνε / θα συνδικαλίσουν / θα συνδικαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνδικαλίσει | έχεις συνδικαλίσει | έχει συνδικαλίσει | έχουμε συνδικαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνδικαλίσει | είχες συνδικαλίσει | είχε συνδικαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνδικαλίσει / να συνδικαλίζω / να συνδικαλίσω | να έχεις συνδικαλίσει / να συνδικαλίζεις / να συνδικαλίσεις | να έχει συνδικαλίσει / να συνδικαλίζει / να συνδικαλίσει | να έχουμε συνδικαλίσει / να συνδικαλίζουμε / να συνδικαλίσουμε | να συνδικαλίζετε / να συνδικαλίσετε | να συνδικαλίζουν / να συνδικαλίζουνε / να συνδικαλίσουν / να συνδικαλίσουνε |
| Προστακτική | — | συνδικάλιζε / συνδικάλισε | — | — | συνδικαλίζετε / συνδικαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνδικαλίστηκασυνδικαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →