Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδικαλίζω

/sin.ði.kaˈli.zo/ρήμα
•
  1. συνήθωςγίνομαι μέλος σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό
  2. συνήθωςασχολούμαι με τον συνδικαλισμό Βικιλεξικό
  3. σπάνιος ενεργητικός τύποςασχολούμαι με τον συνδικαλισμό συμμετέχοντας σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό
  4. σπάνιος ενεργητικός τύποςοργανώνω εργαζομένους ώστε να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδικαλίζω < (οπτικό δάνειο) γαλλική syndical(iser) + -ίζω ή ως αποθετικό < se syndicaliser (συνδικαλίζομαι)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνδικαλίζωσυνδικαλίζειςσυνδικαλίζεισυνδικαλίζουμεσυνδικαλίζετεσυνδικαλίζουν / συνδικαλίζουνε
Παρατατικόςσυνδικάλιζασυνδικάλιζεςσυνδικάλιζεσυνδικαλίζαμεσυνδικαλίζατεσυνδικάλιζαν / συνδικαλίζαν / συνδικαλίζανε
Αόριστοςσυνδικάλισασυνδικάλισεςσυνδικάλισεσυνδικαλίσαμεσυνδικαλίσατεσυνδικάλισαν / συνδικαλίσαν / συνδικαλίσανε
Μέλλονταςθα συνδικαλίζω / θα συνδικαλίσωθα συνδικαλίζεις / θα συνδικαλίσειςθα συνδικαλίζει / θα συνδικαλίσειθα συνδικαλίζουμε / θα συνδικαλίσουμεθα συνδικαλίζετε / θα συνδικαλίσετεθα συνδικαλίζουν / θα συνδικαλίζουνε / θα συνδικαλίσουν / θα συνδικαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω συνδικαλίσειέχεις συνδικαλίσειέχει συνδικαλίσειέχουμε συνδικαλίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συνδικαλίσειείχες συνδικαλίσειείχε συνδικαλίσει———
Υποτακτικήνα έχω συνδικαλίσει / να συνδικαλίζω / να συνδικαλίσωνα έχεις συνδικαλίσει / να συνδικαλίζεις / να συνδικαλίσειςνα έχει συνδικαλίσει / να συνδικαλίζει / να συνδικαλίσεινα έχουμε συνδικαλίσει / να συνδικαλίζουμε / να συνδικαλίσουμενα συνδικαλίζετε / να συνδικαλίσετενα συνδικαλίζουν / να συνδικαλίζουνε / να συνδικαλίσουν / να συνδικαλίσουνε
Προστακτική—συνδικάλιζε / συνδικάλισε——συνδικαλίζετε / συνδικαλίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συνδικαλίστηκασυνδικαλίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →