Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπάς

/paˈpas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός Βικιλεξικό
  2. φιγούρα της τράπουλας, ο ρήγας Βικιλεξικό
  3. χωρίς πληθυντικόπαιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχαρτα ταχυδακτυλουργικά και ο παίκτης καλείται να μαντέψει ποιο τραπουλόχαρτο είναι ο παπάς Βικιλεξικό
    • «εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είν' ο παπάς» (κλασσική έκφραση παπατζή για να δημιουργήσει ενδιαφέρον για το παιχνίδι)
  4. κυπριακάμπαμπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπάς < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παπᾶς (τιμητικός τίτλος ιερέων) < αρχαία ελληνική πάππας (μπαμπάς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπάςπαπάδες
Γενικήπαπάπαπάδων
Αιτιατικήπαπάπαπάδες
Κλητικήπαπάπαπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάπας

/ˈpa.pas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χριστιανισμόςτίτλος του επισκόπου Ρώμης και προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςτίτλος του πατριάρχη Αλεξανδρείας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ηγέτης ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος Βικιλεξικό
    • ο Αντρέ Μπρετόν, ο πάπας του υπερρεαλισμού

Ετυμολογία

πάπας < (αντιδάνειο) (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική papa < αρχαία ελληνική πάππας (μπαμπάς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάπαςπάπες
Γενικήπάπαπαπών
Αιτιατικήπάπαπάπες
Κλητικήπάπαπάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →