παπάς
•
- ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός Βικιλεξικό
- φιγούρα της τράπουλας, ο ρήγας Βικιλεξικό
- χωρίς πληθυντικόπαιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχαρτα ταχυδακτυλουργικά και ο παίκτης καλείται να μαντέψει ποιο τραπουλόχαρτο είναι ο παπάς Βικιλεξικό
- «εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είν' ο παπάς» (κλασσική έκφραση παπατζή για να δημιουργήσει ενδιαφέρον για το παιχνίδι)
- κυπριακάμπαμπάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπάς < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παπᾶς (τιμητικός τίτλος ιερέων) < αρχαία ελληνική πάππας (μπαμπάς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπάς | παπάδες |
| Γενική | παπά | παπάδων |
| Αιτιατική | παπά | παπάδες |
| Κλητική | παπά | παπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →