Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλάκα

/ˈpla.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά Βικιλεξικό
  2. κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος Βικιλεξικό
    • πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας
  3. οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα Βικιλεξικό
  4. γεωλογίαμεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού Βικιλεξικό
    • ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα
    • τεκτονική των πλακών
    • < υπώνυμα: λιθοσφαιρική πλάκα, τεκτονική πλάκα
  5. μεταφορικάοτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης Βικιλεξικό
    • Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.
  6. ιατρικήμικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας Βικιλεξικό
    • ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα
  7. η ταφόπλακα Βικιλεξικό
    • Πάνω στην πλάκα του έγραψαν τ’ όνομά του και την ημερομηνία θανάτου του.
  8. παρωχημένοδίσκος μουσικής (γραμμοφώνου) Βικιλεξικό
    • Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.
  9. όροφος πολυκατοικίας Βικιλεξικό
  10. ακτινογραφία Βικιλεξικό
    • Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.
  11. αργκόποσότητα συσκευασμένου χασισιού Βικιλεξικό
    • Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.
  12. παρωχημένοατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου Βικιλεξικό
  13. χυδαίογυναίκα χωρίς καμπύλες, ιδίως χωρίς καθόλου στήθος Βικιλεξικό
    • Έχει όμορφο προσωπάκι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πλάκα.
  14. λαϊκόξεφούσκωτος Βικιλεξικό
    • Σταμάτησα ν’ αλλάξω τη δεξιά μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου μου, γιατί ήταν πλάκα.
  15. αστείο, πείραγμα, φάρσα Βικιλεξικό
    • Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.
    • Πέρα από την πλάκα..., χωρίς πλάκα... (σοβαρά μιλώντας)
    • Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  16. κατ’ επέκτασηαστεία κατάσταση Βικιλεξικό
    • Έγινε πλάκα, μόλις έπεσε ο άλλος με το καινούριο του κουστούμι μέσα στις λάσπες.

Ετυμολογία

πλάκα < Σημασία 1 «μεγάλη επίπεδη επιφάνεια» < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλάκα, από την αιτιατική «τὴν πλάκα < ελληνιστική κοινή πλάξ (επίπεδο έδαφος). : Σημασία 4 «τμήμα της λιθόσφαιρας» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική plate. : Σημασία 5 «χαρακτηρισμός επίπεδου» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλάξ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaque. : Σημασία 6 στην ιατρική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική plaque, αγγλική patch, plate, plaque.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλάκαπλάκες
Γενικήπλάκαςπλακών
Αιτιατικήπλάκαπλάκες
Κλητικήπλάκαπλάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →