διακομίζω
•
- λόγιομεταφέρω κάποιον τραυματία ή ασθενή σε νοσοκομείο ή άλλο σχετικό χώρο Βικιλεξικό
- τεχνολογίααναμεταδίδω, αναδιανέμω, χρησιμοποιώ διακομιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακομίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακομίζω < δια- + κομίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακομίζω | διακομίζεις | διακομίζει | διακομίζουμε | διακομίζετε | διακομίζουν / διακομίζουνε |
| Παρατατικός | διακόμιζα | διακόμιζες | διακόμιζε | διακομίζαμε | διακομίζατε | διακομίζαν / διακομίζανε / διακόμιζαν |
| Αόριστος | διακόμισα | διακόμισες | διακόμισε | διακομίσαμε | διακομίσατε | διακομίσαν / διακομίσανε / διακόμισαν |
| Μέλλοντας | θα διακομίζω / θα διακομίσω | θα διακομίζεις / θα διακομίσεις | θα διακομίζει / θα διακομίσει | θα διακομίζουμε / θα διακομίσουμε | θα διακομίζετε / θα διακομίσετε | θα διακομίζουν / θα διακομίζουνε / θα διακομίσουν / θα διακομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακομίσει | έχεις διακομίσει | έχει διακομίσει | έχουμε διακομίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακομίσει | είχες διακομίσει | είχε διακομίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακομίσει / να διακομίζω / να διακομίσω | να έχεις διακομίσει / να διακομίζεις / να διακομίσεις | να έχει διακομίσει / να διακομίζει / να διακομίσει | να έχουμε διακομίσει / να διακομίζουμε / να διακομίσουμε | να διακομίζετε / να διακομίσετε | να διακομίζουν / να διακομίζουνε / να διακομίσουν / να διακομίσουνε |
| Προστακτική | — | διακόμιζε / διακόμισε | — | — | διακομίζετε / διακομίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακομίστηκαδιακομίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →