Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενέργεια

/eˈneɾ.ʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανθρώπινη πράξη Βικιλεξικό
  2. φυσικήη θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί Βικιλεξικό
    • Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
  3. μεταφορικάενεργητικότητα, ζωντάνια Βικιλεξικό
    • Είναι γεμάτος ενέργεια.
  4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα Βικιλεξικό
    • ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου (παρενέργεια)

Ετυμολογία

ενέργεια < σημασία 1: αρχαία ελληνική ἐνέργεια : σημασίες 2 και 3: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική énergie και αγγλική energy < υστερολατινική energeia > αρχαία ελληνική ἐνέργεια : σημασία 4: κατά την σημασία «επιδρώ» (για φάρμακο, ουσία) του ρήματος «ενεργώ»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενέργειαενέργειες
Γενικήενέργειαςενεργειών
Αιτιατικήενέργειαενέργειες
Κλητικήενέργειαενέργειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →