ζευγαρώνω
•
- αμετάβατογίνομαι ζευγάρι με κάποιον / κάποια, αναπτύσσω ερωτική σχέση μαζί του / της Βικιλεξικό
- μεταβατικόεκτελώ τη διαδικασία αναπαραγωγής Βικιλεξικό
- μεταβατικόφέρνω σε επαφή άτομα ή ζώα διαφορετικού φύλου με σκοπό τη σύναψη σχέσης ή την επιλεγμένη γονιμοποίηση αντίστοιχα Βικιλεξικό
- μεταβατικόταιριάζω ένα αντικείμενο με ένα άλλο πανομοιότυπό του που προϋπάρχει, ώστε να αποτελούν ζευγάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζευγαρώνω < ζευγάρ(ι) + -ώνω → δείτε τη λέξη ζεύγος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζευγαρώνω | ζευγαρώνεις | ζευγαρώνει | ζευγαρώνουμε | ζευγαρώνετε | ζευγαρώνουν / ζευγαρώνουνε |
| Παρατατικός | ζευγάρωνα | ζευγάρωνες | ζευγάρωνε | ζευγαρώναμε | ζευγαρώνατε | ζευγάρωναν / ζευγαρώναν / ζευγαρώνανε |
| Αόριστος | ζευγάρωσα | ζευγάρωσες | ζευγάρωσε | ζευγαρώσαμε | ζευγαρώσατε | ζευγάρωσαν / ζευγαρώσαν / ζευγαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ζευγαρώνω / θα ζευγαρώσω | θα ζευγαρώνεις / θα ζευγαρώσεις | θα ζευγαρώνει / θα ζευγαρώσει | θα ζευγαρώνουμε / θα ζευγαρώσουμε | θα ζευγαρώνετε / θα ζευγαρώσετε | θα ζευγαρώνουν / θα ζευγαρώνουνε / θα ζευγαρώσουν / θα ζευγαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζευγαρώσει | έχεις ζευγαρώσει | έχει ζευγαρώσει | έχουμε ζευγαρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζευγαρώσει | είχες ζευγαρώσει | είχε ζευγαρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζευγαρώσει / να ζευγαρώνω / να ζευγαρώσω | να έχεις ζευγαρώσει / να ζευγαρώνεις / να ζευγαρώσεις | να έχει ζευγαρώσει / να ζευγαρώνει / να ζευγαρώσει | να έχουμε ζευγαρώσει / να ζευγαρώνουμε / να ζευγαρώσουμε | να ζευγαρώνετε / να ζευγαρώσετε | να ζευγαρώνουν / να ζευγαρώνουνε / να ζευγαρώσουν / να ζευγαρώσουνε |
| Προστακτική | — | ζευγάρωνε / ζευγάρωσε | — | — | ζευγαρώνετε / ζευγαρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζευγαρώθηκαζευγαρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →