ζητάω
•
- από κάποιον κάτιλέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι Βικιλεξικό
- Της ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
- Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
- από κάποιον κάτιλέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου Βικιλεξικό
- Σας ζήτησα να κάνετε ησυχία!
- ψάχνω να βρω κάτι που χρειάζομαι, αναζητώ κάτι (υλικό ή άυλο) Βικιλεξικό
- ζητάω πληροφορίες
- Ο φιλόσοφος ζητάει απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.
- Ζητώ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο πενταετίας σε καλή κατάσταση.
- Ζητιέται πολύ αυτό το προϊόν· οι πωλήσεις είναι στα ύψη.
- παλιότερακάνω πρόταση γάμου σε κάποιαν ή ζητώ από τους γονείς της την άδεια να την παντρευτώ Βικιλεξικό
- Θα πάω στο σπίτι της το βράδυ να τη ζητήσω.
Ετυμολογία
ζητάω < ζητ(ώ) + -άω κατά το τρίτο πρόσωπο σε -άει < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζητῶ, συνηρημένου τύπου του ζητέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζητάω / ζητώ | ζητάς / ζητείς | ζητά / ζητάει / ζητεί | ζητάμε / ζητούμε | ζητάτε / ζητείτε | ζητάν / ζητάνε / ζητούν / ζητούνε |
| Παρατατικός | ζήταγα / ζητούσα | ζήταγες / ζητούσες | ζήταγε / ζητούσε | ζητάγαμε / ζητούσαμε | ζητάγατε / ζητούσατε | ζήταγαν / ζητάγανε / ζητούσαν / ζητούσανε |
| Αόριστος | ζήτησα | ζήτησες | ζήτησε | ζητήσαμε | — | — |
| Μέλλοντας | θα ζητάω / θα ζητήσω / θα ζητώ | θα ζητάς / θα ζητήσεις / θα ζητείς | θα ζητά / θα ζητάει / θα ζητήσει / θα ζητεί | θα ζητάμε / θα ζητούμε | θα ζητάτε / θα ζητείτε | θα ζητάν / θα ζητάνε / θα ζητούν / θα ζητούνε |
| Υποτακτική | να ζητάω / να ζητήσω / να ζητώ | να ζητάς / να ζητήσεις / να ζητείς | να ζητά / να ζητάει / να ζητήσει / να ζητεί | να ζητάμε / να ζητούμε | να ζητάτε / να ζητείτε | να ζητάν / να ζητάνε / να ζητούν / να ζητούνε |
| Προστακτική | — | ζήτα / ζήταγε / ζήτησε | — | — | ζητάτε / ζητείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζητιέμαι / ζητούμαι | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | ζητήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα ζητιέμαι / θα ζητούμαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να ζητιέμαι / να ζητούμαι | — | — | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →