καμάρα
•
- η σκεπαστή κατασκευή σε σχήμα τόξου Βικιλεξικό
- Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
- ανατομίατο μέρος του πέλματος του ποδιού που έχει σχήμα θόλου Βικιλεξικό
- το σχετικό με το παραπάνω τμήμα ενός παπουτσιού Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη καμπή του σώματος προς τα πίσω, ώστε να σχηματίζεται μ' αυτό ένα τόξο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμάρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καμάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kh₂em- (καμπή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμάρα | καμάρες |
| Γενική | καμάρας | καμαρών |
| Αιτιατική | καμάρα | καμάρες |
| Κλητική | καμάρα | καμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →