Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σκεπαστή κατασκευή σε σχήμα τόξου Βικιλεξικό
    • Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
  2. ανατομίατο μέρος του πέλματος του ποδιού που έχει σχήμα θόλου Βικιλεξικό
  3. το σχετικό με το παραπάνω τμήμα ενός παπουτσιού Βικιλεξικό
  4. αθλητισμόςη καμπή του σώματος προς τα πίσω, ώστε να σχηματίζεται μ' αυτό ένα τόξο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμάρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καμάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kh₂em- (καμπή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμάρακαμάρες
Γενικήκαμάραςκαμαρών
Αιτιατικήκαμάρακαμάρες
Κλητικήκαμάρακαμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κάμαρα

/ˈka.ma.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το δωμάτιο διαμονής, συνηθέστερα υπνοδωμάτιο Βικιλεξικό
  2. η καμπίνα (σε πλοίο) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο μικρό διαμέρισμα Βικιλεξικό
    • Θα μπορούσε να μην είχε αναφέρει το δράμα της την πρώτη ημέρα της συνάντησής τους. Ν' αφήσει το σπίτι της, να βρει μια κάμαρα και να ζει ευπρεπώς από την οικοδιδασκαλία. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)

Ετυμολογία

κάμαρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμαρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμαρακάμαρες
Γενικήκάμαρας—
Αιτιατικήκάμαρακάμαρες
Κλητικήκάμαρακάμαρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →