κυλάω
•
- αμετάβατοκινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση Βικιλεξικό
- καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός
- αμετάβατοκινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω Βικιλεξικό
- τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
- το ποτάμι κυλάει
- αμετάβατοπερνώ Βικιλεξικό
- τα χρόνια κυλούν
- μεταβατικόκάνω κάτι να κυλήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυλάω < κυλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κυλῶ < αρχαία ελληνική κυλίω με βάση το συνοπτικό θέμα κυλισ- με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυλάω / κυλώ | κυλάς | κυλά / κυλάει | κυλάμε / κυλούμε | κυλάτε | κυλάν / κυλάνε / κυλούν / κυλούνε |
| Παρατατικός | κυλούσα / κύλαγα | κυλούσες / κύλαγες | κυλούσε / κύλαγε | κυλάγαμε / κυλούσαμε | κυλάγατε / κυλούσατε | κυλάγανε / κυλούσαν / κυλούσανε / κύλαγαν |
| Αόριστος | κύλησα | κύλησες | κύλησε | κυλήσαμε | κυλήσατε | κυλήσαν / κύλησαν |
| Μέλλοντας | θα κυλάω / θα κυλήσω / θα κυλώ | θα κυλάς / θα κυλήσεις | θα κυλά / θα κυλάει / θα κυλήσει | θα κυλάμε / θα κυλήσουμε / θα κυλούμε | θα κυλάτε / θα κυλήσετε | θα κυλάν / θα κυλάνε / θα κυλούν / θα κυλούνε |
| Υποτακτική | να κυλάω / να κυλήσω / να κυλώ | να κυλάς / να κυλήσεις | να κυλά / να κυλάει / να κυλήσει | να κυλάμε / να κυλήσουμε / να κυλούμε | να κυλάτε / να κυλήσετε | να κυλάν / να κυλάνε / να κυλούν / να κυλούνε |
| Προστακτική | — | κύλα / κύλαγε / κύλησε | — | — | κυλάτε / κυλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →