Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυλάω

/ciˈla.o/ρήμα
•
  1. αμετάβατοκινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση Βικιλεξικό
    • καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός
  2. αμετάβατοκινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω Βικιλεξικό
    • τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
    • το ποτάμι κυλάει
  3. αμετάβατοπερνώ Βικιλεξικό
    • τα χρόνια κυλούν
  4. μεταβατικόκάνω κάτι να κυλήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυλάω < κυλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κυλῶ < αρχαία ελληνική κυλίω με βάση το συνοπτικό θέμα κυλισ- με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκυλάω / κυλώκυλάςκυλά / κυλάεικυλάμε / κυλούμεκυλάτεκυλάν / κυλάνε / κυλούν / κυλούνε
Παρατατικόςκυλούσα / κύλαγακυλούσες / κύλαγεςκυλούσε / κύλαγεκυλάγαμε / κυλούσαμεκυλάγατε / κυλούσατεκυλάγανε / κυλούσαν / κυλούσανε / κύλαγαν
Αόριστοςκύλησακύλησεςκύλησεκυλήσαμεκυλήσατεκυλήσαν / κύλησαν
Μέλλονταςθα κυλάω / θα κυλήσω / θα κυλώθα κυλάς / θα κυλήσειςθα κυλά / θα κυλάει / θα κυλήσειθα κυλάμε / θα κυλήσουμε / θα κυλούμεθα κυλάτε / θα κυλήσετεθα κυλάν / θα κυλάνε / θα κυλούν / θα κυλούνε
Υποτακτικήνα κυλάω / να κυλήσω / να κυλώνα κυλάς / να κυλήσειςνα κυλά / να κυλάει / να κυλήσεινα κυλάμε / να κυλήσουμε / να κυλούμενα κυλάτε / να κυλήσετενα κυλάν / να κυλάνε / να κυλούν / να κυλούνε
Προστακτική—κύλα / κύλαγε / κύλησε——κυλάτε / κυλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →