πετάω
•
- αμετάβατομετακινούμαι στον αέρα Βικιλεξικό
- Πετάω για Σίδνεϊ σε μία ώρα
- τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
- μεταφορικάείμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά Βικιλεξικό
- Πετάει σήμερα η ομάδα
- Ο γιος μας πετάει απ' τη χαρά του, πέτυχε στις εξετάσεις.
- μεταφορικάπηγαίνω κάπου κοντά πολύ γρήγορα ή μεταφέρω κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- Θέλεις να σε πετάξω με το αμάξι να μην ταλαιπωρείσαι με τις συγκοινωνίες;
- μεταβατικόρίχνω Βικιλεξικό
- πετάω τη μπάλα, τον χαρταετό
- μεταβατικόρίχνω Βικιλεξικό
- Του πέταξε την πιατέρα στο κεφάλι!
- μεταβατικόαπορρίπτω κάτι ως άχρηστο, π.χ. βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών Βικιλεξικό
- Θα πετάξω τα παλιά σου παπούτσια, γιατί τρύπησαν.
- μεταφορικάσκορπώ (για χρήματα) Βικιλεξικό
- Μην πετάς λεφτά, αυτά τα παπούτσια φοριώνται ακόμη!
- μεταφορικάδιώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο Βικιλεξικό
- Όταν όμως το παρατράβηξε, τον πέταξαν έξω πυξ λαξ
- μεταφορικάμιλάω απότομα σε κάποιον Βικιλεξικό
- Πού πας εσύ πάλι; του πέταξε ανακριτικά.
Ετυμολογία
πετάω < πετ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πετῶ, συνηρημένος τύπος του πετάω < δείτε αρχαία ελληνική πέτομαι < θέμα πετ- πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (πετάω) (δείτε και: πετάννυμι / πεταννύω / πήτνυμι)
Άλλοι τύποι
πέταξαπετάγομαιπετάχτηκαπεταγμένοςπεταμένοςπετιέμαιπετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →