πόταμος
•
- ιδιωματικόο ποταμός Βικιλεξικό
- κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg
- δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόταμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποταμός με μετακίνηση τόνου. Κατά τον Κωνσταντίνο Μηνά, η μετακίνηση τόνου με μεγεθυντική σημασία. : Δείτε και ιδιωματικά με διαφορετική σημασία στην ετυμολόγηση του Τζιτζιλή.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →