Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόταμος

/ˈpo.ta.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόο ποταμός Βικιλεξικό
    • κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg
  2. δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πόταμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποταμός με μετακίνηση τόνου. Κατά τον Κωνσταντίνο Μηνά, η μετακίνηση τόνου με μεγεθυντική σημασία. : Δείτε και ιδιωματικά με διαφορετική σημασία στην ετυμολόγηση του Τζιτζιλή.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ποταμός

/po.taˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαμεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη Βικιλεξικό
    • ο ποταμός Έβρος
  2. μεταφορικάμεγάλη ποσότητα (υγρού) Βικιλεξικό
    • ποταμοί δακρύων
  3. ιδιωματικόκύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποταμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποταμός :* για τη μεταφορική έννοια < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fleuve

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποταμόςποταμοί
Γενικήποταμούποταμών
Αιτιατικήποταμόποταμούς
Κλητικήποταμέποταμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →