συνοδός
•
- που συνοδεύει άλλο άτομο Βικιλεξικό
- ειδικότερατο άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοδός < συνοδεύω (αναδρομικός σχηματισμός): η αρχαία αντίστοιχη λέξη ήταν σύνοδος (συνοδοιπόρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδός | συνοδοί |
| Γενική | συνοδού | συνοδών |
| Αιτιατική | συνοδό | συνοδούς |
| Κλητική | συνοδέ | συνοδοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →