Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοδός

/si.noˈðos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που συνοδεύει άλλο άτομο Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατο άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοδός < συνοδεύω (αναδρομικός σχηματισμός): η αρχαία αντίστοιχη λέξη ήταν σύνοδος (συνοδοιπόρος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνοδόςσυνοδοί
Γενικήσυνοδούσυνοδών
Αιτιατικήσυνοδόσυνοδούς
Κλητικήσυνοδέσυνοδοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σύνοδος

/ˈsi.no.ðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περίοδος λειτουργίας ενός συλλογικού θεσμού Βικιλεξικό
    • Η αναθεώρηση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί στην πρώτη σύνοδο της Βουλής
    • θα έχουμε φέτος την ΙΒ΄ Σύνοδο της Βουλής των Εφήβων
  2. τακτική ή έκτακτη συνάντηση των ηγετών ή των αντιπροσώπων χωρών που μετέχουν σε ένα διεθνή οργανισμό Βικιλεξικό
    • η σύνοδος των υπουργών εξωτερικών της Ε.Ε
  3. χριστιανισμόςσυνέλευση επισκόπων, μητροπολιτών ή καρδιναλίων που αποφασίζουν για διοικητικά ή δογματικά ζητήματα Βικιλεξικό
    • Ιερά Σύνοδος, Διαρκής Ιερά Σύνοδος
    • Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.
  4. αστρονομίατο ουράνιο φαινόμενο κατά το οποίο δύο ουράνια σώματα εμφανίζονται στο ίδιο ουράνιο μήκος σε σχέση με τον γήινο παρατηρητή. Βικιλεξικό
    • Σπάνια σύνοδος πέντε πλανητών στον ουρανό από σήμερα έως τη Δευτέρα, η οποία δεν θα υπάρξει ξανά έως το 2040, (Η Ναυτεμπορική, 24/6/2022 https://www.naftemporiki.gr/techscience/1345281/spania-synodos-pente-planiton-ston-ourano-apo-simera-eos-ti-deftera-i-opoia-den-tha-yparxei-xana-eos-to-2040/)
  5. πληροφορικήβλ. συνώνυμο συνεδρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύνοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνοδος (σύν- + ὁδός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύνοδοςσύνοδοι
Γενικήσυνόδουσυνόδων
Αιτιατικήσύνοδοσυνόδους
Κλητικήσύνοδεσύνοδοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συνοδός

/si.noˈðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα Βικιλεξικό
    • Ψάχνουμε να δούμε τι άλλα κτίσματα συνοδά υπήρχαν, με δεδομένο ότι το μνημείο που έχει ήδη ανασκαφεί δεν θα μπορούσε να είναι μόνο του εκεί, χωρίς άλλα που να το συνοδεύουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

συνοδός < συνοδεύω (αναδρομικός σχηματισμός): η αρχαία αντίστοιχη λέξη ήταν σύνοδος (συνοδοιπόρος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοδός / συνοδόςσυνοδός / συνοδήσυνοδός / συνοδό
Γενικήσυνοδούσυνοδούσυνοδού
Αιτιατικήσυνοδόσυνοδόσυνοδό
Κλητικήσυνοδέσυνοδέσυνοδέ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοδοίσυνοδοίσυνοδοί
Γενικήσυνοδώνσυνοδώνσυνοδών
Αιτιατικήσυνοδούςσυνοδούςσυνοδούς
Κλητικήσυνοδοίσυνοδοίσυνοδοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →