Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χουγιάζω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποφωνάζω δυνατά από απόσταση Βικιλεξικό
    • 'Η φωνή του Φωτούλα βράχνιασε, ο Καραμπλιάκας άναψε με τ’ άλλο το λαλούμενο, ο Γιαννακός Πλαστάρας χούγιαξε πως δε ματάειδε τέτοιο πατιρντί, ο Ανάστος Παδελόπουλος μνημόνεψε κι αυτός το Λίγκο το λεβέντη κι έτσι ξεντρόπιασε το Μοριά μπροστά στους Ρου­μελιώτες. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου/Β)
    • κι' απ' τον όχτο / χούγιαξε ολόρθος στέκοντας, κι' η Αθηνά ως αλάργα / έσκουξε, κι' έκοψε η στριγγιά τα ήπατα των Τρώων. (Όμηρος, Ιλιάδα, μτφρ. Αλέξανδρος Πάλλης, 216-218)
  2. μεταφορικάμαλώνω μεγαλόφωνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χουγιάζω < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης hujati + -άζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχουγιάζωχουγιάζειςχουγιάζειχουγιάζουμεχουγιάζετεχουγιάζουν / χουγιάζουνε
Παρατατικόςχούγιαζαχούγιαζεςχούγιαζεχουγιάζαμεχουγιάζατεχουγιάζαν / χουγιάζανε / χούγιαζαν
Αόριστοςχούγιαξαχούγιαξεςχούγιαξεχουγιάξαμεχουγιάξατεχουγιάξαν / χουγιάξανε / χούγιαξαν
Μέλλονταςθα χουγιάζω / θα χουγιάξωθα χουγιάζεις / θα χουγιάξειςθα χουγιάζει / θα χουγιάξειθα χουγιάζουμε / θα χουγιάξουμεθα χουγιάζετε / θα χουγιάξετεθα χουγιάζουν / θα χουγιάζουνε / θα χουγιάξουν / θα χουγιάξουνε
Παρακείμενοςέχω χουγιάξειέχεις χουγιάξειέχει χουγιάξειέχουμε χουγιάξειέχετε χουγιάξει—
Υπερσυντέλικοςείχα χουγιάξειείχες χουγιάξειείχε χουγιάξειείχαμε χουγιάξει——
Υποτακτικήνα έχω χουγιάξει / να χουγιάζω / να χουγιάξωνα έχεις χουγιάξει / να χουγιάζεις / να χουγιάξειςνα έχει χουγιάξει / να χουγιάζει / να χουγιάξεινα έχουμε χουγιάξει / να χουγιάζουμε / να χουγιάξουμενα έχετε χουγιάξει / να χουγιάζετε / να χουγιάξετενα χουγιάζουν / να χουγιάζουνε / να χουγιάξουν / να χουγιάξουνε
Προστακτική—χούγιαζε / χούγιαξε——χουγιάζετε / χουγιάξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →