σπαθί
•
- όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή Βικιλεξικό
- 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026
- συνεκδοχικάμάχη, πόλεμος Βικιλεξικό
- Αν κι ήτανε Φράγκος, αγαπούσε τη χώρα που 'χε παρμένη με το σπαθί, σα να 'τανε πατρίδα του. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])
- χαρτοπαίγνιοχαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣) Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαθί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπαθίν < ελληνιστική κοινή σπαθίον < αρχαία ελληνική σπάθη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)peh₂- + *dʰeh₁- :* για το χαρτί της τράπουλας < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική spade (πληθυντικός του θηλυκού spada)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαθί | σπαθιά |
| Γενική | σπαθιού | σπαθιών |
| Αιτιατική | σπαθί | σπαθιά |
| Κλητική | σπαθί | σπαθιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →