κρεβάτι
•
- το επίπεδο (έπιπλο) πάνω στο οποίο κοιμόμαστε Βικιλεξικό
- Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- η κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται Βικιλεξικό
- το έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων Βικιλεξικό
- προφορικόη ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεβάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρεβάτιον < ελληνιστική κοινή κραβ(β)άτιον, υποκοριστικό του κράβατος / κράββατος < μακεδονική διάλεκτος *γράβος / γράβιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεβάτι | κρεβάτια |
| Γενική | κρεβατιού | κρεβατιών |
| Αιτιατική | κρεβάτι | κρεβάτια |
| Κλητική | κρεβάτι | κρεβάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →