μουνί
•
- χυδαίοτο αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο Βικιλεξικό
- χυδαίοκάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα Βικιλεξικό
- Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αργότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;
- Ρε συ, αυτή η φίλη της αδελφής σου είναι πολύ ωραίο μουνί.
- Τάκη, νταραβερίζεσαι με κανένα μουνί τώρα τελευταία;
- μεταφορικάη ακαταστασία, το μπάχαλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουνί(ν) < πιθανόν *μουνίον < *μνίον < :* < είτε *βνίον (όπως αρχαία ελληνική βινεῖν, απαρέμφατο στο βινέω) < ελληνιστική κοινή *εὐνίον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη) :* < είτε (λιγότερο πιθανή εκδοχή) < ελληνιστική κοινή μνίον (είδος θαλάσσιου φυτού), υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουνί | μουνιά |
| Γενική | μουνιού | μουνιών |
| Αιτιατική | μουνί | μουνιά |
| Κλητική | μουνί | μουνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →