συγκεντρώνω
•
- μαζεύω, συλλέγω, φέρνω διάφορα πράγματα ή άτομα σε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
- Χθες ο Στέφανος συγκέντρωσε πληροφορίες για το έγκλημα το οποίο συνέβη.
- κατ’ επέκτασηέχω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσελκύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεντρώνω < συν + κέντρο + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική concentrer) :: (μαρτυρείται από το 1814)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκεντρώνω | συγκεντρώνεις | συγκεντρώνει | συγκεντρώνουμε | συγκεντρώνετε | συγκεντρώνουν / συγκεντρώνουνε |
| Παρατατικός | συγκέντρωνα | συγκέντρωνες | συγκέντρωνε | συγκεντρώναμε | συγκεντρώνατε | συγκέντρωναν / συγκεντρώναν / συγκεντρώνανε |
| Αόριστος | συγκέντρωσα | συγκέντρωσες | συγκέντρωσε | συγκεντρώσαμε | συγκεντρώσατε | συγκέντρωσαν / συγκεντρώσαν / συγκεντρώσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκεντρώνω / θα συγκεντρώσω | θα συγκεντρώνεις / θα συγκεντρώσεις | θα συγκεντρώνει / θα συγκεντρώσει | θα συγκεντρώνουμε / θα συγκεντρώσουμε | θα συγκεντρώνετε / θα συγκεντρώσετε | θα συγκεντρώνουν / θα συγκεντρώνουνε / θα συγκεντρώσουν / θα συγκεντρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκεντρώσει | έχεις συγκεντρώσει | έχει συγκεντρώσει | έχουμε συγκεντρώσει | έχετε συγκεντρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκεντρώσει | είχες συγκεντρώσει | είχε συγκεντρώσει | είχαμε συγκεντρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκεντρώσει / να συγκεντρώνω / να συγκεντρώσω | να έχεις συγκεντρώσει / να συγκεντρώνεις / να συγκεντρώσεις | να έχει συγκεντρώσει / να συγκεντρώνει / να συγκεντρώσει | να έχουμε συγκεντρώσει / να συγκεντρώνουμε / να συγκεντρώσουμε | να έχετε συγκεντρώσει / να συγκεντρώνετε / να συγκεντρώσετε | να συγκεντρώνουν / να συγκεντρώνουνε / να συγκεντρώσουν / να συγκεντρώσουνε |
| Προστακτική | — | συγκέντρωνε / συγκέντρωσε | — | — | συγκεντρώνετε / συγκεντρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →