Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάρακας

/ˈxa.ɾa.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εργαλείο για τη χάραξη ευθειών και τη μέτρηση ευθυγράμμων τμημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χάρακας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάραξ (πάσσαλος), θέμα χαρακ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάρακαςχάρακες
Γενικήχάρακαχαράκων
Αιτιατικήχάρακαχάρακες
Κλητικήχάρακαχάρακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →