χάρακας
•
- εργαλείο για τη χάραξη ευθειών και τη μέτρηση ευθυγράμμων τμημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάρακας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάραξ (πάσσαλος), θέμα χαρακ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάρακας | χάρακες |
| Γενική | χάρακα | χαράκων |
| Αιτιατική | χάρακα | χάρακες |
| Κλητική | χάρακα | χάρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →