Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαδί

/laˈði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώματο χρώμα του λαδιού, το κιτρινοπράσινο Βικιλεξικό
    • Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

λαδί < λάδ(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λάδι

/ˈla.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρόφιμοτο έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών ή σπόρων Βικιλεξικό
    • Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)
  2. το ορυκτέλαιο Βικιλεξικό
    • Πρέπει ν' αλλάξω λάδια στη μηχανή.
    • Ο κινητήρας καίει λάδια, πρέπει να του κάνω ρεκτιφιέ.
  3. υγρό για την επάλειψη του δέρματος, όπως το αντιηλιακό λάδι Βικιλεξικό
    • Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
  4. υγρό για την επάλειψη επιφανειών Βικιλεξικό
  5. ζωγραφικήη λαδομπογιά Βικιλεξικό
    • Αντίθετα με τα αφηγηματικά έργα, στις προσωπογραφίες, το υλικό είναι σχεδόν πάντα το λάδι, και οι πρόγονοί τους πρέπει να αναζητηθούν στη ζωγραφική της Ευρώπης, από τον Εμπρεσιονισμό και μετά, σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία ανατολίζοντα, που οφείλονται στο Φαγιούμ και στο Βυζάντιο. (Ειρήνη Φλώρου, Γιάννης Τσαρούχης: Η ζωγραφική και η εποχή του, Νέα Σύνορα, εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, 1999, σελ. 73)
  6. ζωγραφικήπίνακας που έχει ζωγραφιστεί με λαδομπογιές Βικιλεξικό
  7. αργκόχρηματισμός, δωροδοκία (κυρίως το ποσό) Βικιλεξικό
    • Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)

Ετυμολογία

λάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάδι < μεσαιωνική ελληνική (ἐ)λάδι(ν) με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < ελληνιστική κοινή ἐλᾴδιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἔλαιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλάδιλάδια
Γενικήλαδιούλαδιών
Αιτιατικήλάδιλάδια
Κλητικήλάδιλάδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λαδί

/laˈði/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του λαδής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαδί < λάδ(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →