λαλάω
•
- για άνθρωπομιλάω Βικιλεξικό
- Δε μιλάει, δε λαλάει...
- για ζώοκραυγάζω με χαρακτηριστική τρόπο Βικιλεξικό
- για πουλίκελαηδάω ή κράζω Βικιλεξικό
- Χαράματα λάλησε ο κόκορας.
- (προφορικό. για μουσικό όργανο) ηχώ, βγάζω ήχο, παίζω όργνο
- Ας λαλήσουν τα όργανα! Ξεκινάει το γλέντι. Λάλα το το κλαρίνο σου, κλαριτζή!
- προφορικόαδυνατώ να κάνω οτιδήποτε Βικιλεξικό
- Έχω λαλήσει από την κούραση. (είμαι εξοντωμένος)
- προφορικότα χάνω, τρελαίνομαι Βικιλεξικό
- Μην τον ακούς, έχει λαλήσει ο άνθρωπος.
Ετυμολογία
λαλάω < λαλ(ώ) + νεότερη κατάληξη -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαλῶ, συνηρημένος τύπος του λαλέω < πιθανόν, ηχομιμητική λέξη πρωτοϊνδοευρωπαϊκής αρχής - περισσότερα στο λαλέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαλάω / λαλώ | λαλάς / λαλείς | λαλά / λαλάει / λαλεί | λαλάμε / λαλούμε | λαλάτε / λαλείτε | λαλάν / λαλάνε / λαλούν / λαλούνε |
| Παρατατικός | λάλαγα / λαλούσα | λάλαγες / λαλούσες | λάλαγε / λαλούσε | λαλάγαμε / λαλούσαμε | λαλάγατε / λαλούσατε | λάλαγαν / λαλάγανε / λαλούσαν / λαλούσανε |
| Αόριστος | λάλησα | λάλησες | λάλησε | λαλήσαμε | λαλήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα λαλάω / θα λαλήσω / θα λαλώ | θα λαλάς / θα λαλήσεις / θα λαλείς | θα λαλά / θα λαλάει / θα λαλήσει / θα λαλεί | θα λαλάμε / θα λαλήσουμε / θα λαλούμε | θα λαλάτε / θα λαλήσετε / θα λαλείτε | θα λαλάν / θα λαλάνε / θα λαλούν / θα λαλούνε |
| Υποτακτική | να λαλάω / να λαλήσω / να λαλώ | να λαλάς / να λαλήσεις / να λαλείς | να λαλά / να λαλάει / να λαλήσει / να λαλεί | να λαλάμε / να λαλήσουμε / να λαλούμε | να λαλάτε / να λαλήσετε / να λαλείτε | να λαλάν / να λαλάνε / να λαλούν / να λαλούνε |
| Προστακτική | — | λάλα / λάλαγε / λάλησε | — | — | λαλάτε / λαλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →