περνάω
•
- καθώς κινούμαι, διασχίζω έναν τόπο ή βρίσκομαι σε αυτόν ή κοντά σε αυτόν Βικιλεξικό
- (αμετάβατο) Πηγαίνοντας από την Αθήνα στην Κόρινθο περνάμε από την Κακιά Σκάλα.
- (μεταβατικό) Αυτή τη στιγμή περνάμε την Κακιά Σκάλα
- μεταφορικάμεταβαίνω από μια κατάσταση σε άλλη Βικιλεξικό
- Περνούσε κάθε τόσο από την απελπισία στην αισιοδοξία χωρίς φανερό λόγο.
- μεταβατικόοδηγώ κάτι ώστε διασχίσει ένα στενό πέρασμα ή από μηχάνημα Βικιλεξικό
- περνάω την κλωστή στη βελόνα
- περνάμε το κρέας από τη μηχανή του κιμά
- προχωρώ σε επόμενο (ανώτερο) στάδιο, Βικιλεξικό
- Η ομάδα μας πέρασε στους ημιτελικούς!
- προβιβάζομαι (στο σχολείο)
- (μεταβατικό) προβιβάζω κάποιον
- αμετάβατογια να δηλωθεί το προχώρημα του χρόνου, της ώρας Βικιλεξικό
- Καθώς τα χρόνια περνούν, η τεχνολογία ολοένα εξελίσσεται.
- αμετάβατογια να δηλωθεί η λήξη μιας χρονικής περιόδου Βικιλεξικό
- Πέρασε η ώρα, πρέπει να φύγουμε!
- με υποκείμενο ένα πρόσωπογια να δηλωθεί ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε μια χρονική περίοδος Βικιλεξικό
- (αμετάβατο) Περάσαμε όμορφα στις διακοπές.
- (μεταβατικό) Περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά ξεπεράσαμε τις δυσκολίες.
- μεταβιβάζω, δίνω κάτι (που μου έδωσαν) σε κάποιον Βικιλεξικό
- (αμετάβατο) μεταβιβάζομαι
- εγκρίνομαι (ιδίως μετά από ψηφοφορία) Βικιλεξικό
- Η πρόταση δεν πέρασε στο διοικητικό συμβούλιο.
- γίνομαι αποδεκτός
- μεταβατικόθεωρώ (λανθασμένα) ότι κάποιος ή κάτι έχει μια ιδιότητα Βικιλεξικό
- Συγγνώμη, σας πέρασα για κάποιον γνωστό μου!
- περνιέμαι για έξυπνος
- εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται) Βικιλεξικό
- απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια (αλείφω ή βάφω)
Ετυμολογία
περνάω < περν(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περνῶ < αρχαία ελληνική περῶ, συνηρημένος τύπος του περάω (μέλλοντας περάσω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (διαπερνώ, διασχίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περνάω / περνώ | περνάς | περνά / περνάει | περνάμε / περνούμε | περνάτε | περνάν / περνάνε / περνούν / περνούνε |
| Παρατατικός | πέρναγα / περνούσα | πέρναγες / περνούσες | πέρναγε / περνούσε | περνάγαμε / περνούσαμε | περνάγατε / περνούσατε | πέρναγαν / περνάγανε / περνούσαν / περνούσανε |
| Αόριστος | πέρασα | πέρασες | πέρασε | περάσαμε | περάσατε | — |
| Μέλλοντας | θα περάσω / θα περνάω / θα περνώ | θα περάσεις / θα περνάς | θα περάσει / θα περνά / θα περνάει | θα περάσουμε / θα περνάμε / θα περνούμε | θα περάσετε / θα περνάτε | θα περνάν / θα περνάνε / θα περνούν / θα περνούνε |
| Υποτακτική | να περάσω / να περνάω / να περνώ | να περάσεις / να περνάς | να περάσει / να περνά / να περνάει | να περάσουμε / να περνάμε / να περνούμε | να περάσετε / να περνάτε | να περνάν / να περνάνε / να περνούν / να περνούνε |
| Προστακτική | — | πέρασε / πέρνα / πέρναγε | — | — | περνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περάστηκαπερνιέμαιπεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →