Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόοδος

/ˈpɾo.o.ðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο Βικιλεξικό
    • Βλέπω τις προόδους που κάνεις στο σχολείο και χαίρομαι!
    • Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.
    • Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
  2. με αρνητική έννοιασυνέχεια σε μια κατάσταση Βικιλεξικό
    • συνεχής πρόοδος της νόσου μεταξύ των υποτροπών
  3. μαθηματικάείδος ακολουθίας Βικιλεξικό
    • αριθμητική πρόοδος: κάθε όρος της ακολουθίας προκύπτει από τον προηγούμενο με πρόσθεση ή αφαίρεση ενός σταθερού αριθμού που λέγεται διαφορά, π.χ. 1, 2, 3, 4, 5, ... (διαφορά = 1) ή 0, 3, 6, 9, 12, ... (διαφορά = 3) ή 100, 98, 96, 94, 92, ... (διαφορά = -2)
    • γεωμετρική πρόοδος: κάθε όρος της ακολουθίας προκύπτει από τον προηγούμενο με πολλαπλασιασμό ή διαίρεση με εναν σταθερό αριθμό που λέγεται λόγος, π.χ. 1, 2, 4, 8, 16, ... (λόγος = 2) ή 3, 9, 27, 81, 243, ... (λόγος = 3) ή 0,01 0,1 1 10 100 1000 ... (λόγος = 10)
  4. εκπαίδευσηείδος εξέτασης σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόοδος < (πρό) πρό- + ὁδός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική progrès

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόοδοςπρόοδοι
Γενικήπροόδουπροόδων
Αιτιατικήπρόοδοπροόδους
Κλητικήπρόοδε / πρόοδοπρόοδοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →