αυγή
•
- η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πρώτο ξεκίνημα μιας σπουδαίας καινούριας εξέλιξης, η αρχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυγή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή αὐγή (αρχαία σημασία: φως ήλιου) : Δείτε και Αύγουστος, λατινική Augustus < augeo (αυξάνω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα h₂ewg-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυγή | αυγές |
| Γενική | αυγής | αυγών |
| Αιτιατική | αυγή | αυγές |
| Κλητική | αυγή | αυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →