πούτσα
•
- χυδαίοτο πέος Βικιλεξικό
- Το μυαλό του το έχει στην πούτσα του.
- αργκόη ήττα, ο εξευτελισμός Βικιλεξικό
- Φάγατε μεγάλη πούτσα χθες.
Ετυμολογία
πούτσα < τουρκική puç (σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς) + -α ή ιταλική puzza (βρόμα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πούτσα | πούτσες |
| Γενική | πούτσας | πουτσών |
| Αιτιατική | πούτσα | πούτσες |
| Κλητική | πούτσα | πούτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →