φυσάω
•
- μεταβατικόεκπνέω με δύναμη πάνω σε κάτι Βικιλεξικό
- Φύσα το φαγητό σου να κρυώσει!
- Να 'ν' σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος / κι εγώ καταμονάχος και να λέω: τι πόλη! (Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα)
- αμετάβατοαναπνέω με ένταση Βικιλεξικό
- για άνεμοπνέω Βικιλεξικό
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- Και η σκέψη μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν θολή, ξαφνικά καθάρισε, σαν να φύσηξε ένα δυνατό χαμσίνι, σαν αυτά που έκαναν τη ζωή μου δύσκολη στην έρημο, και να 'διωξε τα σύννεφα που τη σκοτείνιαζαν. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος 2005)
- μεταβατικόεκπνέω στο στόμιο κάποιου πνευστού μουσικού οργάνου για να παραχθεί ήχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσάω < φυσώ + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φυσῶ, συνηρημένος τύπος του φυσάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φυσώ | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | φύσηξα / φύσησα | φύσηξες | φύσηξε | φυσήξαμε | φυσήξατε | φυσήξαν / φυσήξανε / φύσηξαν |
| Μέλλοντας | θα φυσήξω / θα φυσηχτώ / θα φυσώ | θα φυσήξεις / θα φυσηχτείς | θα φυσήξει / θα φυσηχτεί | θα φυσήξουμε | θα φυσήξετε | θα φυσήξουν / θα φυσήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω φυσήξει | έχεις φυσήξει | έχει φυσήξει | έχουμε φυσήξει | έχετε φυσήξει | έχουν φυσήξει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φυσήξει | είχες φυσήξει | είχε φυσήξει | είχαμε φυσήξει | είχατε φυσήξει | είχαν φυσήξει |
| Υποτακτική | να έχω φυσήξει / να φυσήξω / να φυσηχτώ / να φυσώ | να έχεις φυσήξει / να φυσήξεις / να φυσηχτείς | να έχει φυσήξει / να φυσήξει / να φυσηχτεί | να έχουμε φυσήξει / να φυσήξουμε | να έχετε φυσήξει / να φυσήξετε | να έχουν φυσήξει / να φυσήξουν / να φυσήξουνε |
| Προστακτική | — | έχε φυσηγμένο / φύσηξε, φύσηχ' | — | — | έχετε φυσηγμένο / φυσήξτε, φυσήχτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φυσιέμαι | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | φυσήθηκα / φυσήχτηκα | φυσήχτηκες | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα φυσιέμαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να φυσιέμαι | — | — | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →