κυβερνάω
•
- έχω την εκτελεστική εξουσία σε μια κρατική οντότητα, τη διοικώ Βικιλεξικό
- είμαι υπεύθυνος κι έχω τον έλεγχο ενός πλεούμενου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατευθύνω, εξουσιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβερνάω < κυβερν(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβερνῶ, συνηρημένος τύπος του κυβερνάω (χειρίζομαι τιμόνι καραβιού· διοικώ) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gouverner < λατινική guberno < αρχαία ελληνική κυβερνῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυβερνάω / κυβερνώ / κυβερνώμαι | κυβερνάς | κυβερνά / κυβερνάει | κυβερνάμε / κυβερνούμε | κυβερνάτε | κυβερνάν / κυβερνάνε / κυβερνούν / κυβερνούνε |
| Παρατατικός | κυβερνούσα | κυβερνούσες | κυβερνούσε | κυβερνούσαμε | κυβερνούσατε | κυβερνούσαν / κυβερνούσανε |
| Αόριστος | κυβέρνησα | κυβέρνησες | κυβέρνησε | κυβερνήσαμε | κυβερνήσατε | κυβέρνησαν / κυβερνήσαν / κυβερνήσανε |
| Μέλλοντας | θα κυβερνάω / θα κυβερνήσω / θα κυβερνώ / θα κυβερνώμαι | θα κυβερνάς / θα κυβερνήσεις | θα κυβερνά / θα κυβερνάει / θα κυβερνήσει | θα κυβερνάμε / θα κυβερνήσουμε / θα κυβερνούμε | θα κυβερνάτε / θα κυβερνήσετε | θα κυβερνάν / θα κυβερνάνε / θα κυβερνήσουν / θα κυβερνήσουνε / θα κυβερνούν / θα κυβερνούνε |
| Υποτακτική | να κυβερνάω / να κυβερνήσω / να κυβερνώ / να κυβερνώμαι | να κυβερνάς / να κυβερνήσεις | να κυβερνά / να κυβερνάει / να κυβερνήσει | να κυβερνάμε / να κυβερνήσουμε / να κυβερνούμε | να κυβερνάτε / να κυβερνήσετε | να κυβερνάν / να κυβερνάνε / να κυβερνήσουν / να κυβερνήσουνε / να κυβερνούν / να κυβερνούνε |
| Προστακτική | — | κυβέρνα / κυβέρναγε / κυβέρνησε | — | — | κυβερνάτε / κυβερνήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κυβερνήθηκακυβερνιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →