Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμός

/θeɾˈmos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία Βικιλεξικό
    • Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)

Ετυμολογία

θερμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική thermos < αγγλική thermos (σήμα κατατεθέν «Thermos flask» ) < αρχαία ελληνική θερμός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

θερμός

/θeɾˈmos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία - αλλά χαμηλότερη από τον καυτό Βικιλεξικό
    • Εἰς πολλά μέρη τῆς γῆς ὑπάρχουσιν ἄνεμοι φέροντες εἰδικά ὀνόματα. Οὕτω ὁ θερμός ἄνεμος, ὁ ἀπό τῆς ἐρήμου πνέων ἐπί τήν Βόρειον Ἀφρικήν ὀνομάζεται «Σιμούν»· οἱ ἄνεμοι τοῦ Ἰνδικοῦ Ὠκεανοῦ ὀνομάζονται «Μονσούν» ἢ «ἐτησίαι»· αἱ καταιγίδες τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ «τυφῶνες» καὶ αἱ σφοδραὶ τρικυμίαι τοῦ κόλπου τῆς Γουϊνέας «σίφωνες» ἢ «tornados» ἐξ ἱσπανικῆς λέξεως σημαινούσης «στρέφεσθαι». (περιοδικό Εστία, τόμοι 19-20, 1885, σελ. 209 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/4bcdqyC5ZD0C?hl=el&gbpv=1&pg=PA209&printsec=frontcover)
  2. φως που μοιάζει θερμό στο ανθρώπινο μάτι (κυρίως σε λευκή / κόκκινη απόχρωση) Βικιλεξικό
    • και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 2024)
  3. μεταφορικάεγκάρδιος, φιλικός, ενθουσιώδης, ένθερμος Βικιλεξικό
    • θερμός χαιρετισμός
    • Σύνολο: Καμιά εβδομηνταριά έργα, που της χάρισαν κατά καιρούς διάφορα βραβεία και ένα σωρό θερμές κριτικές (Ταχυδρόμος, τεύχη 35-43, 1988, σελ. 133)
  4. επικίνδυνος, με μεγάλη ένταση συμβάν που έχει ένταση Βικιλεξικό
    • θερμό επεισόδιο μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση των εμπλεκομένων στο επεισόδιο μερών

Ετυμολογία

θερμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θερμός < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμόςθερμήθερμό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →