Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποιούμαι

ρήμα
•
  1. κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ Βικιλεξικό
  2. ως β ΄ συνθετικό δείχνει: Βικιλεξικό
    • α) κατά κανόνα ότι με κάποια διαδικασία εκουσια ή ακούσια μεταβάλλομαι σε ό,τι σημαίνει το α ΄ συνθετικό , γίνομαι, παίρνω τη μορφή ή την ιδιότητά του, ότι παθαίνω, υφίσταμαι εκείνο που δηλώνει το α΄
    • β) χωρίς παθητική σημασία (σπανιότερα), κάνω, καθιστώ κάτι, το μεταβάλλω εγώ σε εκείνο που δηλώνει το α΄ συνθετικό (ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι, αντιποιούμαι, αποποιούμαι, αποστασιοποιούμαι) ή πάντως ενεργώ (προσποιούμαι, περιποιούμαι, αυτοϊκανοποιούμαι)

Ετυμολογία

ποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ποιώ ( < αρχαία ελληνική ποιέομαι-ποιοῦμαι)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςποιούμαιποιείσαιποιείταιποιούμαστεποιείστεποιούνται
Παρατατικόςποιούμουνποιούσουνποιούντανποιούμασταν / ποιούμαστεποιούσασταν / ποιούσαστεποιούνταν
Αόριστοςποιήθηκαποιήθηκεςποιήθηκεποιηθήκαμεποιηθήκατεποιήθηκαν / ποιηθήκαν / ποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ποιηθώ / θα ποιούμαιθα ποιείσαι / θα ποιηθείςθα ποιείται / θα ποιηθείθα ποιηθούμε / θα ποιούμαστεθα ποιείστε / θα ποιηθείτεθα ποιηθούν / θα ποιηθούνε / θα ποιούνται
Παρακείμενοςέχω ποιηθείέχεις ποιηθείέχει ποιηθείέχουμε ποιηθείέχετε ποιηθείέχουν ποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ποιηθείείχες ποιηθείείχε ποιηθείείχαμε ποιηθείείχατε ποιηθείείχαν ποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ποιηθεί / να ποιηθώ / να ποιούμαινα έχεις ποιηθεί / να ποιείσαι / να ποιηθείςνα έχει ποιηθεί / να ποιείται / να ποιηθείνα έχουμε ποιηθεί / να ποιηθούμε / να ποιούμαστενα έχετε ποιηθεί / να ποιείστε / να ποιηθείτενα έχουν ποιηθεί / να ποιηθούν / να ποιηθούνε / να ποιούνται
Προστακτική—ποιήσου——ποιείστε / ποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →